Δευτέρα, 19 Ιουνίου 2017

Σταμάτης Κόκοτας: Ο αδελφικός φίλος του Αριστοτέλη Ωνάση

Γεννήθηκε στο κέντρο της Αθήνας, ζει στο Φάληρο. Στον πλειστηριασμό των αντικειμένων της Μαρίας Κάλλας που είχε γίνει στο Παρίσι είχαν πουληθεί και 8 δικοί του long play δίσκοι, που της είχε αφιερώσει όταν ήταν φίλοι.

Γεννήθηκα στο μαιευτήριο «Μαρίκα Ηλιάδη» και μεγάλωσα στο κέντρο της Αθήνας, κοντά στην οδό Σόλωνος, τότε που μπορούσες ακόμη να τρέξεις με τα ποδηλατάκια στους δρόμους, να παίξεις χωρίς φόβο, να πας ωραίες βόλτες χωρίς όλα αυτά τα αυτοκίνητα στους δρόμους. Ήμασταν μεγάλη οικογένεια -τρία αγόρια, τρία κορίτσια-, ο πατέρας γιατρός, τον οποίο έχασα όσο ήμουν ακόμα μικρό παιδί. Μεγάλωσα σωστά, με πολύ καλούς τρόπους, σε σωστή οικογένεια, με μία χρυσή μάνα. Από τότε που μεγάλωνα μάθαινα από τους γονείς και τα’ αδέλφια μου το «σωστό». Αυτό ακολούθησα στην πορεία της ζωής μου.

 Με τον Ξαρχάκο είχαμε βρεθεί όλως τυχαίως στο Παρίσι όπου είχα πάει για να σπουδάσω. Τελικά, όμως, με κέρδισε το τραγούδι, όταν πήρα το πρώτο βραβείο σε έναν διαγωνισμό ταλέντων. Χρωστάω πάρα πολλά στον Ξαρχάκο, διότι εκείνος ανακάλυψε τον Κόκοτα, εκείνος με παρουσίασε στο ελληνικό κοινό κι εγώ κατάφερα και στάθηκα. Από τις σπουδαιότερες προσωπικότητες που γνώρισα ήταν και εκείνη του Νίκου Γκάτσου. Ήμουν από τους πιο αγαπημένους του ερμηνευτές – σε όλες τις φωνοληψίες μου ήταν παρών. Την ευγένεια και τα σοφά του λόγια δεν θα τα ξεχάσω ποτέ. Είχε ολύμπια μόρφωση και ήταν ίσως ο πιο μορφωμένος απ’ όλους όσους έχω γνωρίσει στη ζωή μου.


 Καθένας από τους μεγάλους δημιουργούς που τραγούδησα από το 1966 που ξεκίνησα να γραμμοφονώ -Χατζιδάκις, Θεοδωράκης, Γκάτσος, Ξαρχάκος, Τσιτσάνης, Παπαδόπουλος, Μούτσης, Καλδάρας, Χατζηνάσιος, Σπανός, Ζαμπέτας και πολλοί ακόμα- ήταν εξαιρετικά σημαντικός στην πορεία μου. Κανέναν από αυτούς δεν κακοκάρδισα, με όλους είχα αγαθές σχέσεις και όλοι τους μ’ αγαπούσαν. Αν πάτε σήμερα στο σπίτι του Τσιτσάνη, δίπλα στο κρεβάτι του, επάνω στο κομοδίνο, υπάρχει μια φωτογραφία 40×30 μ’ εμένα κι εκείνον. Η φωτογραφία αυτή πρέπει να υπάρχει εκεί 30-35 χρόνια. Τόσο πολύ μ αγαπούσε! Ο Ζαμπέτας επίσης τρελαινόταν για μένα. Η ζωή του ολόκληρη ήμουνα.

 Η διαφορά μεταξύ της δισκογραφίας του τότε αλλά και της αθηναϊκής νυχτερινής διασκέδασης σε σχέση με σήμερα είναι τεράστια γιατί εκείνα τα χρόνια δεν μπορούσε να τραγουδήσει ο οιοσδήποτε. Έχω ζήσει πολλά στο τραγούδι, τι να πρωτοθυμηθώ; Υπήρχαν σεζόν που ο κόσμος στεκόταν ουρές -300 και 500 μέτρα μέσα στο κρύο- για να μπει στο μαγαζί όπου τραγουδούσα, στο κέντρο της Αθήνας και να ακούσει το «Όνειρο Απατηλό», πολλές φορές τραγουδούσα στην καλοκαιρινή «Νεράιδα» μέχρι τη 1 το μεσημέρι κι έλεγε στους σερβιτόρους ο φίλος μου, ο Αρίστος ο Ωνάσης, «να ετοιμάσετε αυγά για πρωινό κι ό,τι άλλο θέλουν τα παιδιά» ή, κατά τη μία το βράδυ, συγκεντρώνονταν, θυμάμαι, οι βαρκούλες που βρίσκονταν στη θάλασσα, κάτω από τη «Νεράιδα», με τα ουίσκι και τις μπίρες, για να κάνουν κι αυτοί το κέφι τους. Θυμάμαι, ακόμα, σε τουρνέ μου στην Αμερική, που έλεγα το «Γιε μου» και πήγε κάποιος ν’ ανάψει το τσιγάρο του -από πόνο, επειδή είχε χάσει το παιδί του- με αποτέλεσμα να πάρουν τα μαλλιά μου φωτιά και ο μπουζουξής να τραβάει το τραπεζομάντιλο για να τη σβήσει.   Κάποτε είχα πει ένα τραγούδι που είχε ερμηνεύσει ένας άλλος καλλιτέχνης κι εκείνος δυσανασχέτησε. Μάλλον τον πείραξε. Αλλά έφτασε η στιγμή που με πήρε τηλέφωνο και μου είπε «μπράβο Σταμάτη, το είπες καλύτερα από μένα». Στην πορεία μου, πρέπει να ξέρετε, έχω απορρίψει πάρα πολλά τραγούδια.
Το τελευταίο καλαθάκι που θα πέρναγε από το τραγούδι ήταν το δικό μου – εκεί είχε σουρωτήρι. Ούτε εταιρεία υπολόγισα ποτέ μου, ούτε γνωριμίες, ούτε τίποτα. Το τραγούδι έπρεπε να κάνει για μένα, να μ’ ακουμπήσει, να με «πειράξει» για να το πω. Είμαι ο αυστηρότερος κριτής κι εκτελεστής των τραγουδιών μου.

  Κάποια στιγμή, μια πολύ γνωστή εταιρεία ξυριστικών μου είχε κάνει πρόταση να ξυρίσω τις φαβορίτες μου έναντι του ποσού των 50 εκατομμυρίων, προκειμένου να λανσάρει τα ξυραφάκια της. Τους απάντησα να τους δώσω εγώ τα 50 εκατομμύρια που μου έδιναν εκείνοι και να τους πάω στην πλατεία Ομονοίας, τότε που υπήρχε εκεί σιντριβάνι, να τους βάλω μέσα και να τους κάνω μπάνιο. Αλίμονο αν έκανα τέτοιο πράγμα! Είναι θέμα αξιοπρέπειας! Κάποιος θα σκεφτόταν «σιγά, σε έναν χρόνο θα ξαναμεγάλωναν οι φαβορίτες!». Δεν είναι έτσι. Γιατί αύριο θα ‘ρθουν και θα σου πουν «βγάλε τώρα και τα ρούχα σου, γιατί τόσο αξίζεις!».

 Υπήρξα αδελφικός φίλος με τον Αρίστο τον Ωνάση, φίλος με την Μαρία Κάλλας αλλά και με την κυρία Τζάκι. Έζησα και τις δύο εποχές του Αρίστου πολύ σωστά. Η Μαρία Κάλλας με αγαπούσε πολύ. Μου έλεγε πάντα «τι γλυκά που τραγουδάς!», με αγκάλιαζε, μου έδειχνε τη συμπάθεια που μου είχε. Μάλιστα, στον πλειστηριασμό των αντικειμένων της που είχε γίνει στο Παρίσι είχαν πουληθεί και 8 δικά μου long play, που της τα είχα τότε αφιερώσει.
Ο Ωνάσης ήταν πάντα το παλικάρι από το λιμάνι, ο βαρκάρης με το μαντήλι στην κωλότσεπη, η προσωποποίηση της λεβεντιάς, ένας άντρας που ποτέ δεν είχε υπολογίσει τα λεφτά – ποιος ήταν, τι έκανε και τι δεν έκανε. Γινόταν πάντα ό,τι ήθελε η παρέα. Είναι γνωστό ότι την ώρα που τραγουδούσα κι εκείνος καθόταν στο πρώτο τραπέζι απέναντι μου ή ενόσω βρισκόμασταν στον Σκορπιό, σε κάτι λουκούλλεια γεύματα με 50 τραπέζια από κάτω, είχαν υπογραφεί συμβόλαια δισεκατομμυρίων δολαρίων. Πολύ συχνά τραγουδούσα μπροστά σε τουλάχιστον 30-40 καλεσμένους του – βασιλιάδες, πρωθυπουργούς, προέδρους, τραπεζίτες, πολλούς επιχειρηματίες-, όλοι φίλοι του. Χωρίζαμε, για παράδειγμα, στις 7:30 το πρωί, πήγαινα να κοιμηθώ και χτυπούσε το τηλέφωνο μετά από μισή ώρα: «Ξυπνήστε τον, είναι το αυτοκίνητο από κάτω, πρέπει να έρθει γιατί έχουμε καλεσμένους στον Σκορπιό».
 Είδα πολλές εικόνες μαζί του, αλλά ο Αρίστος δεν είχε αλλάξει ποτέ – ο ίδιος ήταν πάντα. Μιλούσε, για παράδειγμα, στην κυρία που ήταν στο WC και τη ρώταγε τι κάνουν τα παιδιά της. Θυμάμαι, επίσης, μια φορά που μου είχε χαρίσει αεροπλάνο για να εγκαταλείψω κάποιους αγώνες αυτοκινήτων επειδή φοβόταν μη χτυπήσω. Αλλά εγώ τους αγώνες δεν τους εγκατέλειψα και γύρισα το αεροπλάνο πίσω!
 Η πιο δύσκολη στιγμή του Αρίστου ήταν όταν είχε πεθάνει ο Αλέξανδρος. Μ’ έπιανε απ’ τον ώμο και μου έλεγε «τον έχασα, δυστυχώς, Σταματάκη, τον έχασα!». Εκεί νομίζω είχε ξεκινήσει και η αντίστροφη μέτρηση για τη ζωή του. Τον υπεραγαπούσε! Θυμάμαι, όταν ήμασταν στο «Χριστίνα» και τον μάλωνε, ο Αλέξανδρος πηδούσε μέσα στη θάλασσα για να μην του πετάξει καμιά παντόφλα. Αν αργούσε να βγει στην επιφάνεια, πήγαινε στην πρύμνη, κοίταγε κι έλεγε γεμάτος αγωνία «Βγήκε; Βγήκε;».  
 Στη ζωή μου γνώρισα πολύ διάσημους ανθρώπους. Θυμάμαι, τώρα, για παράδειγμα, την Μπριζίτ Μπαρντό, τη Ρόμι Σνάιντερ, σπουδαίους συνθέτες και στιχουργούς με τους οποίους συνεργάστηκα. Ο απλός κόσμος, όμως, ήταν πάντοτε «ο δικός μου κόσμος», με λάτρευε και τον λάτρευα. Γιατί, ξέρετε, ο σωστός καλλιτέχνης δεν είναι μόνο στα τραγούδια του – είναι στη συμπεριφορά του, στον τρόπο που μεταχειρίζεται τον συνάνθρωπό του. Ακολουθώ αυτό που μου δίδαξε η οικογένειά μου: αγαπάτε αλλήλους. Ακόμα και εκείνους που δεν μ’ αγαπάνε, εγώ τους αγαπώ διπλά.

 Έζησα μεγάλους έρωτες, μικρούς έρωτες, έρωτες της μιας βραδιάς. Οι μεγάλοι έρωτες, δυστυχώς, συνήθως δεν κρατάνε πολλά χρόνια. Κάποια στιγμή, κάτι θα γίνει, κάτι θα βρεθεί, κάποιος θα δυσανασχετήσει, κάπου θα στενοχωρηθείς. Αυτή, όμως, είναι η ζωή. Κι όπως μου έλεγαν κι οι φίλοι μου οι Γάλλοι, «τη ζωή πρέπει να την παίρνεις όπως πάει». Ωστόσο, εκείνο που πρέπει να ξέρει ένας άντρας δεν είναι πόσες γυναίκες θα αγαπήσει αλλά πόσες θα σεβαστεί και πόσες θα προφυλάξει.   Τον θάνατο δεν τον φοβάμαι. Καθόλου. Η πορεία μου, άλλωστε, αυτό δείχνει. Πολλές φορές τον ξεπέρασα και πλέον δεν με φοβίζει – έχω «πληρωθεί» στη ζωή μου απ’ όλας και καθ’ όλας τας απόψεις.

Αναδημοσίευση άρθρου απο το:
lifo.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

απο 11-01-09

Συνεργάτες